Περιώνυμο τοπωνύμιο, που γράφεται με ένα μόνο –σ ,
όπως πολλά άλλα παρόμοια, στην Κύπρο και ανά τον κόσμο

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ
Η παρούσα μελέτη, η οποία βασίζεται σε μια περιεκτική ερευνητική διαδρομή κάλυψης των ιστορικών πηγών και της σύγχρονης ζώσας πραγματικότητας, αφορά στην περιώνυμη και αγαπημένη μας γενέθλια πόλη της Ταμασού, του γνωστού αρχαίου βασιλείου της Κύπρου, περαιτέρω δε και ειδικώτερα στο επιφανές και διάσημο όνομα της, που νομίζουμε πως τον τελευταίο καιρό κακοποιείται αναίτια με τη χρήση μερικές φορές διπλού σίγμα κατά τη γραφή της στην ελληνική γλώσσα, αντίθετα με την τρισχιλιόχρονη γραφή της στα ελληνικά με ένα σίγμα, από τον Όμηρο μέχρι τις μέρες μας (Ομήρου Οδύσσεια Α, 184), όπως ακριβώς είναι ιστορικά επιβεβαιωμένη από πληθύ ιστορικών της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής περιόδου και όπως επίσημα, καθολικά και αναλλοίωτα για δυό χιλιάδες χρόνια είναι καθιερωμένη από τη Χριστιανική Εκκλησία, τόσο την Ρωμαιοκαθολική, όσο και την Ορθόδοξη, ακόμη δε και από τη ζώσα πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής στις σημερινές κοινότητες που συναπαρτίζουν κύρια την παληά πόλη της Ταμασού.

Αφορμή για την παρούσα μελέτη στάθηκε η παρατηρηθείσα τις τελευταίες μέρες ανιστόρητη και αντιπαραδοσιακή απόπειρα από δύο κατευθύνσεις για αλλαγή της γραφής του ονόματος της νέας Επισκοπής Ταμασού από ένα σίγμα σε δύο, με την ευκαιρία της πρόσφατης απόφασης της Ιεράς Συνόδου, για επανασύσταση της παλαίφατης αυτής Κυπριακής Επισκοπής.

Η θέση του ζητήματος
Σε ξένες γλώσσες μπορεί, εν μέρει, η τέτοια χρήση να ειναι συγγνωστή, (για να μη διαβάζουνε στη γλώσσα τους το s ως ζ, καθ’ όσον βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, κατά τους ιδιότυπους κανόνες που διαφορφώθηκαν ξέχωρα στη γλώσσα τους στη μακρά διαδρομή τών χρόνων), στο βαθμό, όμως, ασφαλώς που τούτο γίνεται καλόπιστα. Γιατί, να μη ξεχνούμε παράλληλα ότι πολλοί άλλοι ξένοι ή ημέτεροι συγγραφείς (ιδέ, ως κατωτέρω, π.χ. τον Δρα Τάσο Παπακώστα και τον Γάλλο Francois Halkin) γράφουν στα ξενόγλωσσα έργα τους την αρχαία πόλη μας με ένα s, όπως ακριβώς απαντάται ανά τους αιώνες στην ελληνική και λατινική γραφή, μα και στην εκφορά της στον προφορικό λόγο, και δεν φοβούνται ότι εξ αυτού θα προκληθεί οποιοδήποτε φωνητικό λάθος εκ μέρους των ξένων αναγνωστών τους, ενώ άλλοτε ακόμη μεταφέρουν στα συγγράμματα ή άλλα κείμενα τους αυτούσιο το όνομα της πόλης μας στην ελληνική του γραφή, δηλ. με ένα σίγμα.

Γιατί και οι άλλοι δεν πράττουν το ίδιο, ιδία καθ’ όσον πρόκειται για επιστημονική συγγραφή, όπου η ακρίβεια, το πρωτότυπο και η αυθεντικότητα των πηγών και των τεκμηρίων είναι συνθήκη sine qua non – εκ των ών ουκ άνευ, - δεν μας είναι απόλυτα κατανοητό.΄Αλλωστε, είναι γνωστό ότι τα λάθη, η παραφθορά, ή η αμέλεια και οι παραλείψεις του συγγραφικού έργου, όταν επιτείνονται από τις αλλοιώσεις, ηθελημένες ή αθέλητες, που επιφέρει η ξένη γλώσσα, εύκολα δημιουργούν παρανοήσεις, προκαλούν σύγχυση και καταλήγουν σ’ αυτό που σήμερα μεταφορικά θα μπορούσε να ονομάσουμε μεταλλαγμένα «προϊόντα», και που δυνητικά προκαλούν ποικίλους σοβαρούς κινδύνους. Έχουμε υπ΄όψη ανάλογα παραδείγματα που αφορούν την αδελφή κοινότητα της Καλαβασού, όπου η πρόσφατη γλωσσική παρανόηση της γραφής της που προκαλείται από τους «διπλοσιγμίτες» ξένους τουρίστες που δέχεται κάθε χρόνο, μας μεταφέρει από το αρχικό μειδίαμα στην εύφρονη ανησυχία για το μέλλον, αν δεν ληφθούν έγκαιρα και εκεί μέτρα...

Αιτία της πρόσφατης μικρής σύγχυσης
Η διαφοροποίηση λέξεων της γλώσσας μας από ξένους προέκυψε βασικά από τη συγγνωστή μερικές φορές- όπως προαναφέραμε - μεταφορά με μεταγλώττιση ή και με μετάφραση σε και από ορισμένες ξένες γλώσσες, όπως κυρίως της αγγλικής και γερμανικής, λατινογενών μεν γλωσσών, αλλά που διεμόρφωσαν στην πορεία και τη φυσική τους εξέλιξη - ο λαός είναι, εξ άλλου, αυτός που βασικά διαμορφώνει τη γλώσσα - ίδιους εν πολλοίς κανόνες γραφής και εκφωνήσεως (ομιλίας και ανάγνωσης), διαφόρων ελληνικών λέξεων, φαινόμενο που στην περίπτωση μας παρατηρήθηκε κυρίως από την αρχή της αγγλικής κατοχής και μετέπειτα μέχρι τις μέρες μας. Εννοούμε, μεταξύ άλλων, τα «μεταποιητικά έργα» των νέων από γραφείου εργολάβων γλωσσοπλαστών και ανεπαίσθητα διαμορφωτών της γλώσσας μας, με νέους χάρτες, ονόματα οδών, τοπωνυμίων, νέας ιστοριογραφίας και άλλων στα πλαίσια της απανταχού της Κύπρου επιβληθείσης, -αγγλότροπου πλαισίου-, διοικητικής και άλλης δημοσίας δράσεως και ενεργειών. Ουδείς ψόγος, καθ’ ό ου τόπος ενταύθα. Στη συνέχεια, όμως, και σε μετέπειτα χρόνο η άκριτη χρήση αντιδανεικών λέξεων – των παλαιών αλλά αλλοιωμένων δικών μας - από ημέτερους συγγραφείς και αρθρογράφους, ωσεί αυτές να έφεραν σφραγίδα κύρους και αυθεντικότητας, και οι οποίες ενίοτε μας σερβίρονται ανεπιγνώστως και ανέλεγκτα ως οι παλαιές αλλ’ όμως κατά τ’ ανωτέρω μεταλλαγμένες λέξεις, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα στις μέρες μας κατά τις οποίες διερχόμεθα λίαν πονηρούς καιρούς...

Η περίπτωση του αντιδανείου
Η εναργέστερη κατανόηση του ζητήματος τούτου απαιτεί την παράθεση της επόμενης υπόθεσης. Όταν δανείζουμε σε ένα άγγλο ή σε ένα γερμανό Κυπριακές λίρες και αυτοί τις μετατρέπουν σε στερλίνες ή σε μάρκα αντίστοιχα ο καθένας, για να τα διαθέσουν στις χώρες τους, - η πράξη, υποτίθεται, λαμβάνει χώραν προ της εισαγωγής του ευρώ... -, κατά την απόδοση του δανείου δεν επιτρέπεται σε μάς να δεχθούμε να πάρουμε χωρίς μετατροπή στερλίνες ή μάρκα και, άν τα πάρουμε έτσι, να επιζητούμε στη συνέχεια να τα επιβάλουμε στον ίδιο τον τόπο μας σαν το αυθεντικό και το «ορθό» δήθεν νόμισμα της Κύπρου. Αυτό κάνουν ορισμένοι!. Παίρνουν σαν αντιδάνειο αυτό που δανείσαμε σε ορισμένους άγγλους ή γερμανούς, την Ταμασό – με ένα σίγμα, (ελληνικότατη γραφή), αλλά αυτό που παίρνουν ή φέρνουν από εκεί, το μεταγλωττίζουν σε «Ταμασσό» – με δύο σίγμα, από την αγγλική ή γερμανική Tamassos – που δεν είναι βέβαια γι αυτούς τους ίδιους ξένους ουσιαστικό λάθος, και ούτε οι ίδιοι προφανώς αισθάνονται ότι διαπράττουν οποιαδήποτε ιστορική ή γλωσσική αλχημεία, πράγμα που δεν διαπιστώσαμε να έχει συμβεί, - καθ’ όσον φωνητικά τουλάχιστον– και θέλουμε να πιστεύουμε αυτό εννοούν έντιμα και οι ίδιοι, - αποδίδεται σ΄εκείνους ως ‘’ Ταμασός’’, σωστά με ένα σίγμα, - δεν βλέπουν ή παραβλέπουν οι δικοί μας τη μεγάλη διαφορά και επιχειρούν να μας παρουσιάσουν τη νέα μεταλλαγμένη τους γραφή σαν κάτι αυθεντικό, το πρωτότυπο και το πραγματικό, και μας ζητούν κιόλας να το αποδεχθούμε κι εμείς σαν τέτοιο. Η ξενόγλωσση, όμως, φωνητική έκδοση του ενός –σ, αποδιδόμενη από τους ίδιους ξένους γραφικά με δύο –ss, όταν μεταφέρεται ή επαναφέρεται καλύτερα από τους δικούς μας με προφανή άγνοια ή παραγνώριση ή λησμοσύνη της πρωτότυπης δανειοληφθείσας ελληνικής γραφής και ταυτόχρονης απόδοσης της με ένα –σ, δημιουργεί – ως μη ώφειλε - παραφθορά της γλώσσας ή απαράδεκτη αλλοίωση της.

Δεν αναφερόμαστε, βεβαίως, εδώ σ΄ όσους καλόπιστα και χωρίς να τους απασχολήσει ιδιαίτερα το εξειδικευμένο τούτο θέμα έτυχε απλά να γράψουν τη λέξη με δύο σίγμα μέσα στα πλαίσια κάποιας μελέτης τους με επίκεντρο και εστίαση του ενδιαφέροντος και της γραφής τους όχι αυτό το εξειδικευμένο αντικείμενο, αλλά το ευρύτερο γενικά ιστορικό θέμα, και που αργότερα όταν τους τέθηκε ειδικά το ζήτημα, με πλήρη εντιμότητα εξήγησαν πως εσυνέβη και δεν ειχαν καμμιά δυσκολία να αποδεχθούν την ιστορική γραφή της Ταμασού με ένα σίγμα ή άλλοι να προχωρήσουν σε διόρθωση σε νεώτερες εκδόσεις τους.

Πώς να μιλήσουμε, παρεμπιπτόντως, και γι αυτά που δεν ζητάμε να μας επιστραφούν από τους «αντιδανειστές» μας ξένους, (αλήθεια, γιατί δεν τα διεκδικούμε ;) - αυτά που δεν τους δώσαμε, μα μας τα...πήραν σε καιρούς χαλεπούς και συνεχίζουν να κοσμούν τα δικά τους μουσεία –, θησαυροί δικοί μας, της δικής μας πατρώας γης, αλλά και της καρδιάς μας!.

Δυσμενείς συνέπειες από την αλλοίωση
Προκειμένου να είναι σαφέστερη η αναφορά στην επερχόμενη διαφοροποίηση κατά τη μεταφορά και την απόδοση μιας ή περισσοτέρων λέξεων στην άλλη γλώσσα, παραθέτουμε δυό μικρά, αθώα από τη φύση τους εδώ – όχι όμως και στην περίπτωση που εξετάζουμε - παραδείγματα από τον χώρο του Δικαίου. Όλοι, στην Κύπρο τουλάχιστο, γνωρίζουμε το λεγόμενο "νόλλε προσέκουϊ" - nolle prosequi, δηλαδή την αναστολή δίωξης, που κάποτε καταχωρεί στο Δικαστήριο ο Γενικός Εισαγγελέας. Ο νομικός αυτός όρος προέρχεται από τη λατινική γλώσσα και εκφωνείται (διαβάζεται) ακριβώς όπως αναγράφεται προηγούμενα στην ελληνική γλώσσα. Ο περίφημος αυτός όρος διεδόθη και μετεφέρθη ευρύτατα σ' όλες - και όχι μόνο - τις χώρες του Ρωμαϊκού Δικαίου. Οι εν τω μεταξύ διαμορφωθέντες ίδιοι γλωσσικοί τύποι και κανόνες γραφής ή εκφώνησης των νέων ξενιστών -κρατών, έστω και άν αυτές διέθεταν λατινογενή γλώσσα, εν τούτοις υπήρξαν καταλυτικοί στην αλλοίωση του. Στο παράδειγμα μας, που αφορά σαν ξενιστή την Αγγλία, σε εμάς, εδώ στην Κύπρο, μάς εφαίνετο, στην αρχή τουλάχιστο, το ολιγώτερο σόλοικο να ακούουμε από δικούς μας που σπούδασαν μόνο στη χώρα αυτή να μιλούν για ..."νόλλε πρόσεκαϊ". Η, και ερχόμενοι στο δεύτερο παράδειγμα μας από τον ίδιο χώρο, να ακούουμε να λένε ότι η υπόθεση τους στο δικαστήριο αναβλήθηκε ... "σάϊνε ντάϊε " - sine die, (λατινιστί διαβάζεται ως "σίνε ντίε"), και που στα ελληνικά σημαίνει άνευ ημερομηνίας, δηλ. επ' αόριστον. Να προσθέσουμε και αυτό που ακούσαμε να ηχεί τόσο παράξενα και που ελέχθη από φίλτατο μας άνθρωπο που σπούδασε στην Εσπερία : «... δεν αλλάζουμε ούτε ένα ... ‘αϊότα’ από αυτά που είπαμε...». Αυτά είναι ελάχιστα δείγματα, έστω όχι και τόσο βαρύνουσας σημασίας, από την πληθύ των δυσμενών συνεπειών της ξενοποίησης και αλλοίωσης όρων, λέξεων ή ονομάτων μιας γλώσσας* εδώ στα δύο πρώτα παραδείγματα μας επρόκειτο για φωνητική μεταλλαγή λατινικών λέξεων κατόπιν αγγλοποίησης. Η δύστυχη λατινική γλώσσα φαίνεται ότι δεν άντεχε παρόμοια "κτυπήματα" από διάφορες πλευρές και εν καιρώ μας εγκατέλειψε... Τι να πούμε δε και για το τρίτο παράδειγμα με τα νεοφανή που μας κατακλύζουν γκρίγκλιsh, έργο άκρως επικίνδυνα αμαλγαμοποιητικό των διαφόρων γλωσσών - και όχι μόνο της ελληνικής - της νέας παγκοσμιοποιημένης τεχνολογίας των κομπιούτερς...

Η σωτήρια κιβωτός της Εκκλησίας
Δεν είμεθα βέβαια όλοι ειδικοί ιστορικοί, αρχαιολόγοι ή γλωσσολόγοι, ωστόσο δεν πρέπει αβασανίστως να αποδεχόμαστε ό,τι μας υποβάλλεται με περισσή ίσως επιστημονικοφάνεια και χωρίς τις παλαιές αυθεντικές πηγές και την αρμόζουσα τεκμηρίωση. Πιστεύουμε ότι, με τη συγκέντρωση του υπάρχοντος, αλλά σκόρπιου πραγματικού υλικού και των αυθεντικών ιστορικών τεκμηρίων, μπορούμε, με γρηγορούσα κριτική σκέψη, να προβούμε σε επαρκή αξιολόγηση αυτού του υλικού και να προχωρήσουμε στην εξαγωγή των σωστών συμπερασμάτων, ειδικώτερα δε και όσον αφορά στο θέμα του ονόματος της αρχαίας πόλης μας, λόγω των προσφάτων εξελίξεων σε σχέση με την επανασύσταση (restitutio) της Επισκοπής Ταμασού από την Εκκλησία της Κύπρου.

Μιας ενδεχόμενης αλλαγής και διπλοσιγματικής χρήσης του ονόματος της Επισκοπής μας, όμως, όλως ξένης προς τη δισχιλιετή ιστορία και παράδοση τής καθόλου Χριστιανικής Θρησκείας και Εκκλησίας, που συντήρησε και διαφύλαξε ανά τους αιώνες τη γραφή του ονόματος της με ένα πάντα σίγμα στην ελληνική και τη λατινική γραφή, τόσο κατά την περίοδο της κοινής πορείας στη διάρκεια της πρώτης περίπου χιλιετίας (Εκκλησία της Κύπρου και Εκκλησία της Ρώμης) - , με : εκ μέρους, αφ’ ενός μεν, της Εκκλησίας της Κύπρου,

(α) τους για 13 ολόκληρους αιώνες Επισκόπους της Ταμασού ή Ταμάσου στην Κύπρο, (Ηρακλείδιο, Θεόδωρο, Μνάσωνα και μια χορεία άλλων σεπτών Αγίων του τόπου μας), όπως φαίνεται σαφέστατα μέσα από τις «Φυλλάδες» των Ιερών Ακολουθιών των Αγίων, τα Συναξάρια, και τις αναφορές στα Μηναία, παλαιότατα με τη «σημαδκιατζιή» γραφή (1774, 1857) και νεώτερα, (τη επιμελεία του ελλόγιμου καθηγητή και θεολόγου κ. Θεοχάρη Σχίζα, παραθέτοντος πλουσιώτατη βιβλιογραφία, πηγές και βοηθήματα), με την εκκλησιαστική υμνογραφία – «Ταμασέων (και όχι Ταμασσέων) το κλέος και Κυπρίων αγλάϊσμα ...» - και την αυτόδηλη αγιογραφία στους παλαιόκτιστους ναούς μας στο Πολιτικό, σε κώδικες Μοναστηριών μας, (Μαχαιρά, «Τυπική διάταξη της Μονής Μαχαιρά» που έδωσε δύο Επισκόπους Ταμασού Νικήτα Αγιοστεφανίτη και τον Νείλο, τελευταίο Επίσκοπο Ταμασού), το γνωστό «Χρονικό του Μαχαιρά, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου», του 1432, όπως το ερανιζόμαστε σήμερα στην ελληνική από τον κυπριοκρητικό Δρα Νίκο Νικολάου, διεθνούς εμβέλειας γλωσσολόγο – ερευνητή και συνεργάτη σε ερευνητικά προγράμματα των Πανεπιστημίων Monαsh της Αυστραλίας και Καλιφόρνιας των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου στο πρώτο βιβλίο (περίοδος 309 -1359μ.Χ.), παράγραφος 30, αναγράφεται «...?ρχιεπισκ?ποι Δαμασ?ας, ?ρακλε?διον, Μν?σων κα? Ρ?δων, Μακεδ?νιος, Δαμασ?ας. », και παρ. 32 «...ε?ς τ?ν Ταμασ?αν, ε?ς τ? Π?ρα, ? ?γιος Βασ?λιειος ?π?σ(κο)πος κα? ? ?γιος Δημητριαν?ς ?π?σκοπος.», ενδεχόμενα δε και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής ή άλλων ιερών Μονών, και άλλους σωζόμενους εκκλησιαστικούς κώδικες από τους οποίους γνωρίζουμε για τη συμμετοχή Επισκόπων της Ταμασού σε Οικουμενικές Συνόδους, στην Α΄ Οικουμενική του Επισκόπου Τύχωνος, το 325 μ.Χ. και στην Δ΄ Οικουμενική του Επισκόπου Επαφρόδιτου, το 1451 μ.Χ.
(β) τους τρείς ιερομάρτυρας του 306 μ.Χ. Αριστοκλή, ιερέα του καθεδρικού ναού της Ταμασού (Tamasus), και τους Δημητριανό, διάκονο, και Αθανάσιο, αναγνώστη, του ναού Απ. Βαρνάβα στη Λήδρα (Λευκωσία), που μετέβησαν στη Σαλαμίνα, όπου κήρυτταν με ιερό ζήλο τη χριστιανική θρησκεία, και συνελήφθησαν από τους παγανιστές (ειδωλολάτρες), οι οποίοι τους οδήγησαν σε μαρτυρικό θάνατο. Από τους λαβόντες το στέμμα του μαρτυρίου πρωτομάρτυρες της Ταμασού και της Λήδρας, ο μεν Αριστοκλής αποκεφαλίστηκε, οι δε δυο άλλοι μάρτυρες εθανατώθησαν ριφθέντες σε μεγάλη πυρά που οι ειδωλολάτρες είχαν ανάψει προς τούτο.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ στο μοναδικό βιβλίο του «Κύπρος, η Αγία Νήσος», το 1968, - όρα σήμερα 2η έκδοση, Λευκωσία 1997, επανέκδοση χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή στο κείμενο της πρώτης έκδοσης, Αθήναι 1968, - στη σελ. 14 γράφει:

και προσθέτει ότι η μνήμη των τριών αγίων συνεορτάζεται την 23ην Ιουνίου. Οι προσωπικές αναφορές του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, πέραν των βιβλιογραφικών αναφορών που αντλεί από το «Χρονικόν» του Λεόντιου Μαχαιρά, στην αρχαία πόλη της Ταμασού και στα μοναστήρια και τους Επισκόπους Αγίους της, είναι πάμπολλες στο εν λόγω σύγγραμμα του, και δείχνουν ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος και συγγραφέας είχε άριστη γνώση του τόπου, από προσωπικές παρατηρήσεις και περιγραφές, που δεν απαντώνται σε καμμιά προηγούμενη πηγή, και που απέκτησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια πλειάδας επισκέψεων του στο Πολιτικό, τα Πέρα και τις άλλες κοινότητες της ευρύτερης περιοχής της Ταμασού, καθώς επίσης και επαρκή γνώση της μακράς της ιστορίας. Να μη μας διαφεύγει, εξ άλλου, το γεγονός ότι από την πηγαία αγάπη και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την Ταμασό και τους Αγίους της, ο Μακάριος είναι αυτός που επανίδρυσε και επαναλειτούργησε το 1963 σαν γυναικεία πλέον μονή την παλαιά ανδρική μονή του Αγίου Ηρακλειδίου, η οποία έκτοτε έχει μεγαλώσει και εξελιχθεί σαν η μεγαλύτερη γυναικεία μονή στην Κύπρο.

Για τον ιερομάρτυρα Αριστοκλή της Ταμασού και τους συν αυτώ αναιρεθέντες γίνεται, επίσης, ειδική αναφορά στο αγιολόγιο (βίοι αγίων) της Ρωσικής Εκκλησίας που παρατίθεται στο «Prologue From Ochrid», εξαιρετικό έργο του Επισκόπου Nikolai Velimirovich, © 1985 Lazarica Press, Birmingham, UK.

(γ) άλλα ιστορικά κείμενα της εκκλησιαστικής ζωής, όπως τις «απόκρυφες» Πράξεις του Βαρνάβα (Acts of Barnabas), και που εξάπαντος αποτελούν αυθεντικό ιστορικό ντοκουμέντο, έστω και του 5ου μ.Χ. αιώνα όπως διατείνονται μερικοί, στις οποίες γίνεται περιγραφή των περιοδειών του Αποστόλου Βαρνάβα σαν συνέχεια των περιοδειών του Αποστόλου και προηγούμενα με τους Αποστόλους Παύλο και Μάρκο, όπως περιγράφονται στο «κανονικό» βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, στην Αγία Γραφή. Ο συγγραφέας των Acts of Barnabas Ιωάννης Μάρκος, θεωρούμενος κατ’ άλλους ως ανεψιός του Αποστόλου Βαρνάβα, κάνει ειδική μνεία της Ταμασού στο Κεφ. 17, όταν αναφέρεται στη χειροτονία και την εγκατάσταση του Ηρακλείδη – Αγίου Ηρακλειδίου – ως Επισκόπου στην Ταμασό. (Ταμάσου, αναφέρει η ειδική «Φυλλάδα» - Ακολουθία του Αγίου, παλαιά έκδοση της οποίας (Βενετία 1774) διασώζεται στο Πολιτικό, και αντίγραφο της οποίας, ως και των λοιπών παλαιών Ακολουθιών των Αγίων, διαθέτουμε).

Ειδική αναφορά στις Πράξεις του Βαρνάβα και δή ως τεκμαίρεται στην πρωτότυπη ελληνική έκδοση, όπως περιέχονται στο «Περίοδοι και μαρτύριον του Αγίου Βαρνάβα του Αποστόλου», των R. Lipsius και M. Bonnet στα ‘’Acta Apostolum Apocrypha”, Lipsiae, 1903, τόμος II., κάνει ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ’ στο προαναφερθέν βιβλίο του «Κύπρος, η Αγία Νήσος», ένθ΄ανωτέρω σελ. 27 και 28, σε σχέση και με τη δική του αναφορά στον Άγιο Ηρακλείδιο της Ταμασού, ομού με τις αναφορές στο Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως, στην Ακολουθία του Αγίου του 1774, και στο χειρόγραφο με τον βίο του Αγίου που βρέθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων και εξεδόθη από τον βολλανδιστή μοναχό και συγγραφέα F. Halkin στα Analecta Bollandiana, τόμ. 82, σελ.139 -169, το 1964 στις Βρυξέλλες. (Έκδοση της περιωνύμου απο τρείς και πλέον αιώνες ομάδος ειδικών με έδρα την Αμβέρσα και τις Βρυξέλλες του Βελγίου, που είναι αφιερωμένη σε αγιογραφικές μελέτες Λατινικών, Ελληνικών και Ανατολικών πηγών, δις τώρα του έτους, της γνωστής στον επιστημονικό κόσμο “Societe des Bollandistes”).

Ενδιαφέρον είναι να δούμε και σε μετάφραση τις «Πράξεις του Βαρνάβα», ιδιαίτερα το Κεφάλαιο 17, όπως περιελήφθη στην έκδοση M. R. James, The Apocryphal New Testament, Oxford: Clarendon Press, 1924, ένθα η αναφορά “…city of Tamasus…” Η όλη συνθετική εργασία έχει μεταφρασθεί σε διάφορες γλώσσες και περιλαμβάνεται στα έργα των «προνικαιανών» πατέρων της πρώτης Εκκλησίας. Σ΄αυτές η γραφή της Ταμασού μεταφέρεται από τους οικείους μεταφραστές των μεταγενέστερων χρόνων σωστά με ένα σίγμα, ενώ, εξ άλλου, σε σχετική μετάφραση του Philip Schaff , Γερμανο-αμερικανού θεολόγου και εκκλησιαστικού ιστορικού, (από τη μεγάλη σειρά της Christian Classics Ethereal Library), παρατηρούμε ότι πέραν του κανονικού κειμένου με γραφή ενός σίγμα, υπάρχει και υποσημείωση με προφανή σκοπό του μεταφραστή την υποβοήθηση του άγγλου αναγνώστη για σωστή ανάγνωση ή εκφώνηση της λέξης με παράθεση της με δύο σίγμα, έτσι όπως είναι νοητή φωνητικά στην αγγλική γλώσσα. Και εξ αυτού ακόμη καθίσταται προδήλως πασιφανές ότι όπου σε ξενόγλωσσο έργο απαντάται η Ταμασός ή Tamasus με διπλό –s, αυτό ισοδυναμεί πλήρως και αναμφίβολα με το μοναδικό ένα σίγμα της ελληνικής ή λατινικής γραφής.

(δ) εκκλησιαστικά βιβλία και πολύτιμα αυθεντικά κείμενα με αυτόδηλο περιεχόμενο, ιδέτε και με τον ευλαβέστατο ομοχώριο μας κ. Σταύρο Παπανικολάου, παπαδοπαίδι, ιεροφύλακα και στύλο της τοπικής μας εκκλησίας πάππου προς πάππου, (ως οι «Φυλλάδες» - Ακολουθίες των Αγίων Ηρακλειδίου, Θεοδώρου, Μνάσωνος, κ.α.),

(ε) την εκκλησία που υπάρχει στο χωριό Τριμίκλινη της επαρχίας Λεμεσού προς τιμήν του Αγίου Μνάσωνος Επισκόπου Ταμασού, όπως αναφέρεται και στην Ακολουθία του αγίου, (ιδέτε και σχετική έκδοση Παπασολομώντος Ορφανού, Λεμεσός 1983), αφ’ ετέρου δε και απο την Εκκλησία της Ρώμης (Ρωμαιοκαθολική), με :

(α) τον μεταξύ των πρωτοχριστιανών μάρτυρα Maurus, (117μ.Χ.), ενός εκ των τριών μαρτύρων και προστατών αγίων της πόλης Bisceglie (στην Αδριατική) της Ιταλίας, (Sergio, Mauro και Pantaleone - Σέργιος, Βερβερίνος και Παντελεήμων ή Παντολέων), που φέρεται να κατήγετο από την Ταμασό της Κύπρου, "provenisse da Tamaso, localita del Cipro" και εορτάζεται στις 27 Ιουλίου, (συντηρείται και από την ιταλική γραφή της Ταμασού η γραφή με ένα σίγμα),

(β) δύο Πάπες (37ος και 151ος ) έφεραν το όνομα Tamasus ή κατ΄ άλλη γραφή Damasus Ι (366-384 μ.X.), αργότερα ανακηρυχθείς και άγιος, και Tamasus ή Damasus ΙΙ (1048μ.Χ.). Η πρώτη γραφή με T απαντάται στο έργο του Jansen Enikels, Monumenta Germaniae Historica, Deutsche Chroniken Bd. III, 1Hrsg.:Philipp Strauch,Hannover 1891/Munchen 1980, ενώ η δεύτερη με D στο έργο του David M. Cheney για την Καθολική Ιεραρχία, 1996 – 2006, Κansas City, USA.

(γ) ιδιαίτερη επισκοπική έδρα, ανάμεσα σε άλλες 1852 τιτλούχες επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας, την ονομαζόμενη Τιτλούχα Επισκοπή Tamasus, άλλως λατινιστί Tamasitanus (ιταλιστί Tamaso, di Cipro), και για την οποία τελευταίος Τιτουλάριος Επίσκοπος Ταμασού (Titular Bishop of Tamasus) διετέλεσε o Jose Rincon Bonilla, από το 1950 μέχρι το 1984, ότε είχεν αποβιώσει, του θρόνου παραμένοντος έκτοτε κενού. Ενώ επισημαίνονται στον μακρύ κατάλογο των επισκοπών της Εκκλησίας της Ρώμης επισκοπές με ονόματα αρχαίων τοπωνυμίων που έχουν κατάληξη με δύο –s, εν τούτοις παράλληλα και ταυτόχρονα επισημαίνονται ισάριθμες ανάλογες επισκοπές με κατάληξη ένα μόνο –s, περιλαμβανομένης σαφώς σ΄αυτή την ομάδα επισκοπών και της ιδικής μας Tamasus. Και ουδείς μπορεί να ισχυρισθεί ότι πρόκειται περί λάθους ή περί άλλης Ταμασού, εκτός αυτής της Κύπρου.

(δ) με την αναφορά στο μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας της Ρώμης, το γνωστό Martyrologium Romanum, του καθ΄ημάς Αγίου Μνάσωνος, επισκόπου Ταμασού, (από νορβηγικό κείμενο σχετικής αναφοράς «...biskop av Tamasus pa Kypros». Μεταγενέστερη θεώρηση του Μαρτυρολογίου επαναλαμβάνεται στο ίδιο κείμενο αναφοράς στον Μνάσωνα, γίνεται δε σε σχέση με τη θέση ότι ο ίδιος περιλαμβανόταν στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Χριστού (70 – 72ος ?), ως και των Αποστόλων, διατυπώνεται δε η κριτική γνώμη για λανθασμένη αναγνώριση σ’ αυτόν του σύγχρονου του Ιάσονος, μαθητού του Αποστόλου Παύλου, πέραν από την ειδική αναφορά του ονόματος του και στις Πράξεις των Αποστόλων στην Αγία Γραφή (Apg 21,16).

(όπως παρατηρείται σ’ όλες τις ως άνω περιπτώσεις η λατινική γραφή της Ταμασού είναι όπως και στην ελληνική γραφή με ένα σίγμα),

όσο, και όπως περαιτέρω βλέπουμε, και κατά τη δεύτερη χιλιετία μετά το σχίσμα, με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να συνεχίζουν παράλληλα, καθ’ όσον γνωρίζουμε, την ίδια απαράλλακτη παράδοση γραφής της Ταμασού με ένα σίγμα, παράδοση και εμπειρία όπως τη γνωρίζουμε και βιώνουμε κι εμείς σήμερα όλοι οι αυτόχθονες, ιδιαίτερα ακόμη κι όσοι από μας είμαστε φερώνυμοι της και μας βαραίνει ένα ειδικό χρέος αυτοσυνειδησίας μιας πολυαίωνης κληρονομιάς, ενός προσωπικού πολύτιμου patrimonio.

ΠΗΓΕΣ – ΤΕΚΜΗΡΙΑ (ΑΤΑΞΙΝΟΜΗΤΑ)
Η σωστή επιστημονική προσέγγιση

1.- Etudes D'epigraphie Grecque et D'hagiographie Byzantine , By Francois Halkin, σελίδες 416, Εκδοθέν το 1973, αλλά και με νεώτερες εκδόσεις.

Βιβλίο στα Γαλλικά : Τίτλος
Μελέτες των ελληνικών επιγραφών και της Βυζαντινής αγιογραφίας.

Σ' αυτό υπάρχουν 13 αναφορές στην Ταμασό. Ο συγγραφέας δεν μεταγλώττισε τη λέξη Ταμασός στα γαλλικά και να την αποδώσει γραφικά σύμφωνα με τους κανόνες της δικής του νεώτερης γλώσσας με δύο σίγμα, αλλά διετήρησε και στα γαλλικά, παρά τους εξ εναντίας κανόνες της δικής του γλώσσας, την τρισχιλιετή ελληνική γραφή με ένα σίγμα. Συνημμένα ενθέτουμε ενδεικτικά δυό αποσπασματικές φωτοτυπίες από τις σελίδες 134,
και 135 (υποσημείωση υπ’ αριθμ. 6)

2.- "The economy of Late Antique Cyprus", in S. Kingsley & M. Decker (eds.), Economy and exchange in the East Mediterranean during Late Antiquity. Proceedings of a one-day conference at Somerville College, Oxford, 29th May, 1999 (Oxford 2001) 107-128:

Επιστημονική ανακοίνωση στα αγγλικά του Δρος Τάσου Παπακώστα, καθηγητή και ερευνητή στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου, με πολλές έρευνες και έργα στο ενεργητικό του, φέρει τον τίτλο «Η οικονομία της ύστερης αρχαίας Κύπρου», και έγινε κατά τη διάρκεια σχετικού συνεδρίου στην Οξφόρδη. Στό κείμενο, που δημοσιεύθηκε αργότερα, γίνεται αναφορά στην Ταμασό σε πέντε περιπτώσεις, με παράθεση πηγών και βιβλιογραφίας. Το αξιοσημείωτο είναι ότι σ’ όλες τις περιπτώσεις, παρ’ όλον ότι το μικρό όνομα του συγγραφέα ο ίδιος το αποδίδει στην αγγλική με δύο σίγμα (Tassos), όταν αναφέρεται στην Ταμασό την αποδίδει στην αγγλική, όπως προφανώς την ήξερε στην ελληνική γλώσσα, διαφυλάττοντας την με ένα σίγμα και γράφοντας Tamasos, παρά το ότι το ακροατήριο του ήταν ξενόγλωσσο.

Το αυτό παρατηρούμε στην ίδια επιστημονική εργασία και όσον αφορά στην αντιμετώπιση από τον συγγραφέα με σεβασμό του ονόματος της Καλαβασού, την οποία επ΄ εσχάτως μετά λύπης μας βλέπουμε να παίρνει σειρά, μετά την Ταμασό, με δειλές αλλά υποτροπιάζουσες απόπειρες να της αλλοιωθεί κι αυτής η παλαιά γραφή με ένα σίγμα. Τούτ’ αυτό διαπιστώνουμε και για την Λυσό της επαρχίας Πάφου, ενώ, απ’ ό,τι μάθαμε από σοβαρό επιστήμονα κύρους, μόλις που κατάφερε να γλυτώσει η Λεμεσός, (Λιμισσός ή Limassol), η οποία αντιμετώπισε με αποτελεσματικότητα παρόμοιες «διπλοσιγματικές επιθέσεις» ή άλλως τύπου «ντάμπλ-ές», η συστηματικότητα των οποίων (modus operandi) υποδεικνύει ενδεχομένως την ύπαρξη γραφίδος ή λόγου ή χειρός αοράτου, εκτεινομένης ή υποκινουμένης, οπόθεν άγνωστον... Να περιμένουμε, άραγε, να πάρει στη συνέχεια σειρά κι η Ακουρσός στην Πάφο, που είχε πριν την εισβολή κατοίκους τουρκοκύπριους; αυτούς κι αν θα τους βρούν πως ήσαν απόγονοι των Θρακόφρυγων ή των Κάρων ή των Λελέγων ή των Πελασγών, των αρχαίων εκείνων «βαρβαρικών» φύλων, κι άρα (;) πρέπει να γράφουν κι αυτοί την Ακουρσό με δύο σίγμα. Τριακόσια χρόνια Οθωμανικής σκλαβιάς δεν πειράχτηκαν τα τοπωνύμια μας, Λυσός, Ακουρσός, (Akursos ή Akarsu) Λεμεσός, (Limaso ή Limasol), Καλαβασός (Kalavasos), Ταμασός, Άρσος, ακόμη κι η Ταρσός (Tarsus ή Tarsos) της Κιλικίας (όλα με ένα σίγμα). Ήρθαν όμως στη συνέχεια αγοραστές της Κύπρου, ξένοι, ευρωπαίοι αυτοί, κι οι άλλοι οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι του Γουλιέλμου, που με επιστημοσύνη και βιαστικά με ανασκαφές από τα αμέσως πρώτα χρόνια της νέας κατοχικής δύναμης (άσχετο άν μας πήρανε και τους θησαυρούς μας;) και μας κάναν καινούργιους χάρτες, με δύο -ές στους δρόμους και στις κοινότητες μας πούχαν τη γραφή τους με ένα σίγμα, κι άλλα τέτοια εκπολιτιστικά, κι έσπειραν τον σπόρο άλλοτε ηθελημένα κι άλλοτε αθέλητα, για μια αλλοιώτικη αναμόρφωση... Σήμερα, υπάρχουν άραγε συνεχιστές του έργου τους, καινούργιοι σπορείς που ξεπερνούν τους προκατόχους τους σε μεθοδικότητα και τεχνικές;...

3.- A History of the Orthodox Church of Cyprus from the Coming of the Apostles Paul and Barnabas, του John Hackett – 1901. Στη σελ. 377 του βιβλίου διαβάζουμε : «... Tamasos. Lusignan calls him Heraclio and does not mention his occupation of the See of Salamis, but says that he was Bishop of..», ενώ ήδη από την αρχή γράφει την πόλη με ένα σίγμα. Ιδέτε μέρος της σελίδας 12
,

και μέρος από τη σελίδα 33 του πρωτοτύπου, έκδοση Methuen & Co, που βρίσκεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης,
όπου ο άγγλος συγγραφέας διαφυλάττει την ιστορική γραφή με την πρέπουσα επιστημονική αντίκρυση.
4.- Μ’ αυτή την ακριβή επιστημονική προσέγγιση γραφής της Ταμασού με ένα –s (ες), που έχουμε ανεύρει και επισημάνει στη διάρκεια της έρευνας μας, έχουμε διεξέλθει, πέραν των ανωτέρω, και μια πλειάδα άλλη ξενόγλωσσων συγγραμμάτων, ενώ, εξ άλλου, παραμένει επιπρόσθετα μια περίπου εκατοντάδα παρόμοιων βιβλίων και μελετών, που έχουμε καταγραμμένη, όπου και πάλι η γραφή της πόλης σαφώς γίνεται με ένα –s (ες). Η παράθεση, όμως, εδώ όλων αυτών των συγγραφέων και των έργων τους, έστω και με απλή διαμνημόνευση τους, δεν θα αποτελούσε, πιστεύουμε, χρήση, αλλά μάλλον κατάχρηση του πολύτιμου χρόνου του μη ειδήμονος αναγνώστη της παρούσας μελέτης και θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια ενός ενδεδειγμένου χωρικού πλαισίου.
Και ενώ δεν μας διαφεύγει παράλληλα η ύπαρξη και μιας άλλης μακράς σειράς πλειόνων ξενόγλωσσων συγγραμμάτων, όπου η γραφή της πόλης μας απαντάται με δύο –s, ουσιαστικά, όπως έχουμε προηγουμένως εξηγήσει, συντάσσουμε νομιμοποιημένα και τους συγγραφείς αυτούς και τα έργα και τις μελέτες τους στην πρώτη ομάδα της γραφής με ένα σίγμα. Περαιτέρω πιστεύουμε πως κι αυτοί θ’ απέφευγαν την όλως τυπική και τεχνική γραφή με δύο –s και θ’ ακολουθούσανε τους λοιπούς συναδέλφους τους στην ακριβέστερη επιστημονικά και διαχρονικά γραφή με ένα –s και στη ξένη γλώσσα που γράφουν, προσθέτοντας μόνο, εάν και όπου χρειάζεται, μια απλή επεξήγηση για το πως η λέξη διαβάζεται σωστά, άν συνέβαινε να γνώριζαν οι ίδιοι πως υπάρχουν μερικοί δικοί μας που σαν παίρνουν αντιδάνειο απ’ αυτούς μια δική μας λέξη, άλλοι λησμονούν, άλλοι παρανοούν κι άλλοι ενίοτε δυστυχώς παραγνωρίζουν τη γλώσσα, την παράδοση τους και την ιστορία. Και τούτο παρατηρείται με λύπη, λες και η κακιά, η γλωσσοπλάστρα μάγισσα να άγγιξε με το μαγικό ραβδί της τη γραφίδα μερικών δικών μας που έγραψαν την πόλη μας με δύο σίγμα. Είναι, όμως, πιστεύουμε, χρέος και οφειλή προσωπική του καθενός, η χρήση του λόγου και της γραφίδος με σεβασμό στα αισθήματα και τη γλώσσα των ανθρώπων, μα και στην παράδοση και την ιστορία του λαού και του τόπου.
Η ιστορική παρακαταθήκη

Πολλοί αρχαίοι ιστορικοί αναφέρθηκαν στην Ταμασό. Σ’ όλες τις σχετικές αναφορές της ελληνικής ή λατινικής γραφής του ονόματος της, και σ’ οποιαδήποτε ακόμη παραλλαγή απαντάται, γράφεται με ένα σίγμα.

1) Ο Όμηρος πρώτος γράφει στην Οδύσσεια για «..χαλκόν ες Τεμέσην..» (Ομήρου Οδ., Α 184), γίνεται δε αποδεκτό ότι ο σχετικός στίχος αφορά την Ταμασό της Κύπρου, που ήταν φημισμένη για τα χαλκορυχεία της, ενώ υπάρχει και η άποψη που υποστηρίζει ότι ο Όμηρος εδώ εννοεί την Τεμέσα ή Τέμπσα της Ιταλίας (Brutiorum Temesam). Η επιστημονική αυτή έρις δεν μας απασχολεί στην παρούσα μας μελέτη. Περιοριζόμεθα μόνο να παρατηρήσουμε προκαταρκτικά ότι η Τεμέση στον ‘Ομηρο γράφεται με ένα σίγμα, κι ακόμη πως είτε την Τεμέση της Κύπρου αφορά, είτε την Temesam της Ιταλίας αφορά, κι οι δυό τους στην ελληνική και τη λατινική γραφή αντίστοιχα, γράφονται πάλι με ένα σίγμα. Παρενθετικά, στην Ιταλία πουθενά δεν απαντάται ο τύπος της σχετικής γραφής με δύο σίγμα, αλλά πάντοτε αυτή γράφεται με ένα σίγμα τόσο στη λατινική, όσο και μεταγενέστερα στην ιταλική γλώσσα. (Ιδέτε παρακάτω ιδιαίτερη αναφορά μας και για τη σύγχρονη Ιταλία). Έχει γραφεί, και το υιοθετούμε πλήρως, πως άν η Ταμασός ή Τάμασος ή Τεμέσα ή Ταμεσία γραφόταν με δύο σίγμα, τότε ο Όμηρος θα έγραφεν «...ες Τεμέσσαν..», πράγμα που δεν συμβαίνει και που ουδείς πώποτε υπεστήριξε διαφορετικά. Η μόνη ένσταση, αλλά για άλλο θέμα, που διατυπώθηκε, απ΄ ό,τι γνωρίζουμε, ήταν του Δρος Κυριάκου Χατζηιωάννου, ο οποίος έδειξε μια προτίμηση προς την αρχαία Άλασσα κι ήθελε να διορθώσουμε τον Όμηρο και να γράψουμε «...χαλκόν ες τ΄ Άλασιν..», η οποία όμως αντικρούσθηκε επιστημονικά και δεν θεωρείται ως κρατούσα γνώμη.

2) Η Σανσκριτική γραφή «Τμσ», αργότερα Τεμές ή Temes, θεωρείται ως η πηγή και ρίζα του όρου Τεμέση και των παραλλαγών της, σημαίνει δε το ορυκτόν, τον χαλκόν, εξ ού ευλόγως παίρνει και το όνομα ο τόπος όπου υπάρχει ή γίνεται εξόρυξη του μετάλλου. Αν η θέση αυτή, που ποτέ, εξ άλλου, δεν αμφισβητήθηκε, είναι σωστή, τότε η απαρχή κι η μήτρα που γέννησε τη λέξη Τεμέση κι όλες τις παραλλαγές της, στα ελληνικά και τα λατινικά, που περιλαμβάνουν βασικά και τη δική μας σημερινη Ταμασό, τότε θα πρέπει κι όποιος τυχόν υποστηρίξει πως η Ταμασός γράφεται με δύο σίγμα να προχωρήσει να αλλάξει (ή καλύτερα να μεταλλάξει) την τρισύμφωνη σανσκρικτική γραφή με την προσθήκη ενός ακόμη σίγμα, πράγμα που θα άλλαζε προφανώς το νόημα της λέξης στη «συμφωνική» γραφή, και θα κατέληγε χωρίς αμφιβολία σε γλωσσικό τραγέλαφο.

3) «Transactions...» Σχετική αναφορά στην Ομηρική Τεμέση και μεταφοράς της στη ξενική γλώσσα, συνταιριαστή με την ελληνική γραφή, ανευρίσκουμε στη μελέτη : «Transactions of the Institution of Mining and Metallurgy. Section A, Mining industry. Issues for July 1984-Jan.-Apr. 1992 . Published 1930. Μεταφέρουμε σε φωτοτυπία μικρό απόσπασμα από το πρωτότυπο που βρίσκεται στο Stanford University των Ηνωμένων Πολιτειών, σελίδα 287 :

Είναι πρόδηλη η αναφορά : Η Τεμέση αποτελεί για τους κατοπινούς συγγραφείς την Ταμασία.

4) Ο Στέφανος ο Βυζάντιος, ιστορικός και γεωγράφος του 5ου - 6ου μ.Χ. αιώνα, γράφει για την πόλη τη λέξη «Ταμάσεος» και για τον χαλκό της πόλης «Ταμάσιον» ή «Ταμασίτην», δηλαδή αυτόν που προέρχεται εκ της «Ταμάσεος» πόλεως, με ένα σίγμα.

5) Ο Στράβων, αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γεωγράφος και φιλόσοφος, που έζησε από το 63 ή 64 π.Χ. μέχρι το 24 μ.Χ., γράφει την πόλη στο σύγγραμμα του «Γεωγραφικά», ως «Τάμασος», ένθα «…μέταλλα χαλκού έστιν άφθονα». (Strab. L.14). Από τον ίδιο μαθαίνουμε ακόμη ότι το μετάλλευμα που εξορύσσεται από τα μεταλλεία της Ταμασού τυγχάνει επεξεργασίας σε χυτήρια – κλιβάνους, όπου καίνε καυσόξυλα (στη γύρω περιοχή της Ταμασού υπήρχαν πυκνά δάση). Ο Στράβων μας πληροφορεί, επίσης, ότι η Ταμασός διέθετε πέραν των χαλκορυχείων της και μεταλλεία αργύρου (ασημιού).

Και στη λατινική της γραφή η πόλη γράφεται ως Tamasus, όπως προκύπτει από αναφορά στον Στράβωνα στην Κλασσική Εγκυκλοπαιδεία της βασισμένης στην 11η έκδοση της Βρεττανικής Εγκυκλοπαιδείας, έκδοσης του 1911, «... According to Strabo the most valuable mines were worked at a place called Tamasus, in the centre of the island, ..».

Δεν ξενίζει βεβαίως το ότι ο ίδιος άγγλος λημματογράφος, γράφων στο ίδιο λήμμα, όταν παρακάτω στο αγγλικό κείμενο του προβαίνει σε αναφορές στo όνομα της πόλης, μεταγλωττίζει και τη λατινική γραφή Tamasus σε Tamassus για να είναι προφανώς κατ΄αυτόν συμβατή με την αγγλική γλώσσα που χρησιμοποιεί. Ο άγγλος συγγραφέας αγνοεί ασφαλώς ότι έτσι αθέλητα καθίσταται κι αυτός μαζί με αρκετούς άλλους, προγενέστερους και μεταγενέστερους του, «πηγή» και βοήθημα πολλών παρανοήσεων – αντιγραφών από μερικούς δικούς μας, παλαιότερους και νεώτερους, που ξεχνούν να αντιδανείζονται με μετατροπή – επαναφορά στην πρωτότυπη ελληνική γραφή, τους ίδιους κανόνες γραφής και ανάγνωσης της οποίας σίγουρα γνωρίζουν.

6) Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, ο οποίος υπήρξε ονομαστός Έλληνας αστρονόμος και γεωγράφος, που έζησε στην Αλεξάνδρεια κι έδρασε στα χρόνια 127 μ.Χ. μέχρι 151 μ.Χ., αναφέρει την αρχαία πόλη της Κύπρου ως «Ταμάασος ή Ταμάοσος», όπως σαφώς φαίνεται από την αρχαιότροπη ελληνική γραφή.

7) Ο Πολύβιος, έλληνας ιστορικός (203 π.Χ. - 120 π.Χ.) που γεννήθηκε και ανετράφη στην Αχαική Μεγαλόπολη και έκανε πολλά ταξίδια στις χώρες της Μεσογείου για σκοπούς της ιστοριογραφίας στην οποία ειχε επιδοθεί και πραγματοποιούσε από τη Ρώμη, όπου ζούσε, γράφει την αρχαία πόλη ως «Ταμεσίαν», με ένα σίγμα.

8) Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, (περίπου 1120 - 1194 μ.Χ.), από τους ιστορικούς της μεσοβυζαντινής ιστοριογραφίας, Επίσκοπος Άγιος, ρήτορας, διδάσκαλος, αγωνιστής και προασπιστής της πατρώας γής, γράφει «...Έστι δε και Κύπρου πόλις Τεμέση κατά τινας, χαλκοφόρος και αυτή...»,

9) Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, (από το 913 μέχρι το θάνατό του το 959), πολύ αγαπητός στο λαό του, με εξαιρετική μόρφωση και πολλές μελέτες, συγγραφέας πολλών έργων, γράφει την πόλη μας ως «Ταμασία». Πρόκειται για ουσιαστικοποιημένη μορφή του σημερινού επιθετικού προσδιορισμού, πράγμα γνώριμο στον ελληνικό χώρο. Ταμασία (γή) με ένα σίγμα.

10) Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο γνωστός Gaius Plinius Secundus Maior, (23 - 79 μ.Χ.), λατίνος συγγραφέας, με μόρφωση που πήρε στη Ρώμη από έλληνες δασκάλους, σπουδαίος εκπρόσωπος του αρχαίου κόσμου, στον οποίο και στο σημαντικό, πολύτομο έργο του Naturalis Historia (Φυσική Ιστορία) με 37 τόμους - βιβλία, ανέτρεχαν για αιώνες οι διάφοροι συγγραφείς και ιστορικοί, γράφει την πόλη μας στα λατινικά ως «Tamasos», κατά πιστή απόδοση από τα ελληνικά, με ένα σίγμα. (Plinius, l.5.c.130 από τη μεγάλη σειρά της Λατινικής Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Ad Fontes και της αντίστοιχης Βιβλιοθήκης Augustana).

11) Ο Οβίδιος, Publius Ovidius Naso, (43 π.Χ. έως 17 μ.Χ.), άλλος γνωστός κορυφαίος λατίνος ποιητής, εκπρόσωπος γενικά του πνεύματος, με σπουδές στη ρητορική, νομική και φιλολογία, και πολλά ταξίδια στην Ελλάδα και αλλαχού, στη «Μεταμόρφωση», το περίφημο αυτό ποιητικό του έργο που μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, (Ovidius, Metamorphoses, L.10 v. 560 – 681, επίσης από την ίδια ως άνω σειρά της Λατινικής Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Ad Fontes και της αντίστοιχης Augustana), όπου περιγράφει τον θαυμάσιο μύθο του Ιππομένη και της Αταλάντης, σύμφωνα με τον οποίο ο Ιππομένης κατάφερε να κερδίσει σε «θανάσιμο» αγώνα δρόμου την ανίκητη μέχρι τότε δρομέα και κυνηγό, μα και πανέμορφη Αταλάντη, που ήταν περιζήτητη νύμφη, αφού έτυχε της εύνοιας της θεάς του έρωτα και της αγάπης Αφροδίτης, η οποία τον εφοδίασε με τρία χρυσά μήλα από τους ιερούς κήπους της στην Ταμασό, τα οποία έρριχνε σταδιακά κατά τη διάρκεια του αγώνα μπροστά ή στό πλάϊ της Αταλάντης, οπότε αυτή κοντοστεκότανε κάθε φορά για να πάρει από χάμω τα χρυσά μήλα, κι έτσι μπόρεσε να την νικήσει και να την παντρευτεί, γράφει στα λατινικά (Ehwald's edition, 1903, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών) στούς στίχους 644 και επόμ.:
“Est ager, indigenae Tamasenum nomine dicunt,
Telluriς Cypriae pars optima, quem mihi prisci
sacravere senes templisque accedere dotem
hanc iussere meis; medio nitet arbor in arvo,
fulva comas, fulvo ramis crepitantibus auro.”

Και σε μετάφραση στα γερμανικά : «...Bewohnern genannt das tamasische, ist ein Gefilde, 645 Dem auf Kypros an Wert keins gleicht...», ή κατά μια άλλη σε ελεύθερη απόδοση από τη σειρά τών εκδόσεων Γκύτενμπεργκ: «Eine Flur ist in Cyprus, die tamaseische nennt sie Heimisch das Volk, des Landes gepriesenste: welche der Vorzeit Greise mir ehmal geweiht, und meinem Tempel zum Anteil Beigelegt. Dort schimmert ein Baum in der Mitte des Feldes, Gelblich das Laub, und gelblich die klirrenden Aste von Golde.»,
Από παλαιότερη μετάφραση στα γαλλικά του G.T. Villenave, Paris, 1806, σημειώνουμε : "Il est a Chypre, dans le vallon le plus fertile, un champ que les habitants de l'ile ont appele champ de Tamasus, et que leurs ancetres m'ont consacre en l'ajoutant aux terres qui dotent mes autels. Au milieu de ce champ s'eleve un arbre dont les bruyants rameaux agitent des feuilles et des pommes d'or.’’,

Στην ισπανική μετάφραση των ίδιων στίχων (από τη μεγάλη σειρά 5601 ισπανόγλωσσων εκδόσεων - μεταφράσεων έργων από την παγκόσμια λογοτεχνία του Librodot), διαβάζουμε: «Hay un campo, los nativos tamaseno por nombre le dan, 645de la tierra chipriota la parte mejor, el cual a mi los ancianos de antano me consagraron y que a mis templos se sumara dote tal ordenaron. En la mitad brilla un arbol de ese campo, rubio de cabello, de rubio oro sus ramas crepitantes.»,

Από την ελεύθερη μετάφραση στα αγγλικά του A.S.Kline, (The Metamorphoses, Borders Classics Ser., Ann Arbor Media Group, August 2004) αντλούμε: «There is a field, the people there call it the field of Tamasus, the richest earth in the island of Cyprus, which the men of old made sacred to me, and ordered it to be added to my temples, as a gift». Σε παρατιθέμενη εξήγηση του Tamasus διαλαμβάνονται τα εξής: «Tamasenus Bk X:638-680. Of Tamasus, a city in Cyprus. Its sacred field is sacred to Venus and contains a tree with golden apples».

Εδώ με το «Tamasenum”, (με ένα σίγμα), και με εξειδικευμένη αναφορά στο “Cypriae” είναι απόλυτα σαφές ότι ο πολυταξιδεμένος Οβίδιος εννοεί την πόλη Ταμασό της Κύπρου, και με τη γραφή, εξ άλλου, του ενός σίγμα όπως ακριβώς εμφαίνεται σ’ όλες τις γλώσσες που μεταφράστηκε.

12) Ο «Συνέκδημος του Ιεροκλή» : Πρόκειται για γεωγραφικό κατάλογο πόλεων του 6ου αιώνα που συνέταξε ο Ιεροκλής, γεωγράφος των πρώτων βυζαντινών αιώνων, και στον οποίο περιλαμβάνονται πληροφορίες για τις επαρχίες και 923 πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στον ίδιο κατάλογο, σύμφωνα με την υπάρχουσα έκδοση Burckhardt, “Hieroklis Synekdemus”, Leipzig, 1893 στη σελίδα 36, παρατίθενται τα ονόματα 13 πόλεων της Κύπρου, ως ακολούθως : Constantia, Tamasos, Citium, Amathus, Curium, Paphos, Arsinoe, Soloi, Lapethos, Kyrenia, Kirboia, Chytroi, Carpasia. Η γραφή στο κείμενο μιλά από μόνη της.

13) Στήλη του Ασαρχαδών Στη λίθινη στήλη που βρέθηκε τα τελευταία χρόνια, γνωστή και σαν το "πρίσμα του Ασαρχαδών", αναγόμενη στα 673 - 672 π.Χ., καθώς μεταφέρεται σε μας από ιστορική αναφορά, περιλαμβάνονται επτά βασίλεια της Κύπρου που φέρονται να πλήρωναν φόρο υποτελείας στον Ασσύριο βασιλιά Ασαρχαδών. Η σχετική αναφορά αναγράφει τα βασίλεια «Ιδάλιον, Κίτιον, Σαλαμίνα, Χύτροι, Ταμασός, Λήδρα και Σόλοι». Η γραφή της Ταμασού, όπως φαίνεται στην ιστορική αναφορά, είναι και εδώ με ένα σίγμα.

14) Φοινικική επιγραφή σε μαρμάρινο βωμό Από εννέα διαφορετικές χώρες και περιοχές του κόσμου, από τις χώρες της Μεσογείου μέχρι τη Βραζιλία, την Παραγουάη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καταβάλλεται από χρόνια, αλλά με ιδιαίτερη επίταση την τελευταία εικοσαετία, μέσα στο πλαίσιο αναζήτησης των εθνικών τους καταβολών στην αρχαία Φοινίκη, της οποίας ο πολιτισμός θεωρείται ότι έχει χαθεί, η προσπάθεια πολλών ανθρώπων για συγκέντρωση υλικού και άλλων τεκμηρίων που θα θεμελιώνουν την αναγνώριση επιβίωσης και συνέχειας μέχρι της σήμερον της πάλαι ποτέ ενδόξου και γείτονος χώρας, που υπήρξε στην αρχαιότητα ονομαστή θαλασσοκράτειρα, με αξιόλογες επιδόσεις στο εμπόριο, και γνωστές από την ιστορία μερικές κτήσεις ή αποίκηση σε ορισμένες πόλεις της Κύπρου. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν να βρεθούν, όπως αναφέρεται, 200 περίπου φοινικικές επιγραφές σε αναθηματικές πλάκες σε βωμούς ή σε μαρμάρινους τάφους, όπως διαλαμβάνει σε πολυσύνθετο έργο του ο Salim George Khalaf, βυζαντινοχριστιανός Φοίνικας, όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, και ο οποίος πρωτοπορεί με σύντονη δράση στο όλο έργο. Σχετικά μας γνωρίζεται ότι παραλήφθηκε από τη Λάρνακα ένας μαρμάρινος βωμός με φοινικική επιγραφή, αφιερωματική του βωμού και δύο λιονταριών (ομοιωμάτων) απο τον ιερέα Bodo στον Κύριο του Reseph-hets, « κατά την έκτη μέρα του μηνός Μπούλ, τον 21ο χρόνο της βασιλείας του Βασιλέως Pumi-yitten, king of Citium and Idalium, and Tamasus ...». Ανεξάρτητα από ό,τι κι αν σημαίνει η επιγραφή αυτή για τους σημερινούς αναζητητές εθνικής ταυτότητος στην παλαιά Φοινίκη, είναι σίγουρα για μάς ακόμη μια εμπράγματη τεκμηρίωση της διαχρονικής γραφής της πόλης με ένα σίγμα, που έρχεται για να υπομνηματίζει εμφαντικά και τους δικούς μας από το τόσο μακρυνό και λαμπρό παρελθόν του τόπου μας.

Η θεωρία των Θρακοφρυγών – μια ιστορία μισής αλήθειας
Στους ιστορικούς, φιλολογικούς και άλλους συναφείς κύκλους της επιστημονικής κοινότητος στην Ελλάδα κυρίως και στο εξωτερικό εσυζητείτο συχνά τον τελευταίο αιώνα η εθνολογική φύση κι ο χαρακτήρας λαών που ανήκουν βασικά στον χώρο της προϊστορίας, ειδικώτερα αυτών που ζούσαν στην αρχή στις περιοχές του Καυκάσου και των Καρπαθίων, τη Θράκη, Φρυγία κι άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, όπως τους Θράκες, τους Φρύγες, τους Κάρες, Λέλεγες και Πελασγούς (Άριοι λαοί).

Το θέμα που ετίθετο ήταν το κατά πόσον όλοι αυτοί οι λαοί, με ίδια γλώσσα και πολιτισμό, αποτελούσαν τα λεγόμενα βαρβαρικά φύλα ή μπορούσαν να θεωρηθούν σαν πρωτοέλληνες που είχαν με τους έλληνες κοινή γλωσσική προέλευση και συγγένεια εθνική μεταξύ τους. Στο πλαίσιο πολλών ερευνητικών μελετών κατεβλήθη η προσπάθεια από ορισμένους επιστήμονες, να επισημανθούν διάφορα στοιχεία και παράγοντες που θα συνέβαλλαν στην υποστήριξη και τεκμηρίωση της θέσης για κοινή γλωσσική προέλευση και εθνική συγγένεια.

Από μια σύντομη επισκόπηση του ζητήματος, έχουμε την αίσθηση πως στα έργα των ερευνητών της εποχής, ιδιαίτερα πρό του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, λόγω και των αλυτρωτικών προβλημάτων στην κυρίως Ελλάδα, υπεισήρχετο έντονο το προσωπικό στοιχείο κι ο συναισθηματισμός, στο βαθμό που είχαμε κάποτε την αίσθηση επιστράτευσης παντός στοιχείου και λεπτομερείας που θα παρείχε έδαφος στο να ερμηνευθεί ως αποδεικνύον αυτή την εθνολογική συγγένεια. Εν ολίγοις, θα προσθέσουμε πως και οι ρίζες και οι καταλήξεις των διαφόρων λέξεων αποτέλεσαν μοχλό και εργαλείο της επιδιωκόμενης τεκμηρίωσης. Σχεδόν δεν έμεινε κατάληξη τοπωνυμίου ή άλλης λέξεως και ονόματος στο οποίο να μη ευρεθεί ομοιότης ή συγγένεια με μιά άλλη που προήρχετο από εκείνες τις περιοχές, όπως διετείνοντο οι οπαδοί της εθνικής συγγένειας. Έτσι μεταξύ των πολλών αυτών καταλήξεων, περιελήφθησαν και οι –σος, -σα, -σις, -σεια, -ηττός, -σσός, -σκος, -σκη, -νδα, -νδός, κ.ο.κ.

Σχετκά διατυπώθηκε το επιχείρημα των θεωρητικών των Θρακοφρυγών, περί υπάρξεως δήθεν κανόνα ότι, επειδή, και πάλιν υποθετικά, (γιατί μιλάμε με «αμυδρές ενδείξεις» για προϊστορικούς χρόνους) οι Θρακόφρυγες ήρθαν στην Ταμασό το 3800 π.Χ., και στους τόπους τους είχαν πόλεις όπως Αλικαρνασσός, Λυρνησσός, Καρησσός, Τυλμησσός, Σαλαγασσός, Σελμισσός κλπ., γι αυτό και η Ταμασός πρέπει να γράφεται με δύο σίγμα, δηλ. Ταμασσός. Υπάρχει, όμως, συντριπτικός αντίλογος. Τα κυριώτερα :
1ον) Για τη διασπορά των Αρίων φυλών δεν υπάρχουν ισχυρές ή επαρκώς διαφωτιστικές ιστορικές μαρτυρίες, παρά μόνο θεωρητικές υποθέσεις βασισμένες σε αμυδρές ενδείξεις, που προέρχονται απο την ανεύρεση λίγων οστράκων της Χαλκολιθικής εποχής. Πάνω σε αβέβαιη υπόθεση δεν μπορεί να οικοδομηθεί άλλο θεωρητικό κατασκεύασμα με αξιώσεις για ομότροπη γραφή, που κι αυτό τελικά αποδεικνύεται αβάσιμο και αντιφατικό.

2ον) Ποτέ δεν διατυπώθηκε από καμμιά επιστημονική πλευρά τέτοιος κανόνας, γιατί σίγουρα συγκρούεται με την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα,

3ον) Η αναφορά αυτή των «συζητητών του αιώνος τούτου» με επιλεκτικό τρόπο σ΄αυτές τις πόλεις, που βεβαίως όλες έχουν καταστραφεί και δεν υπάρχουν σήμερα, γίνεται, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα και επιμελώς από τους μη επαίοντες την ύπαρξη και μιας πλειάδας άλλης πόλεων στις ίδιες περιοχές, όπως Δρουβησός Δακίας, Πρυμνησός, Πειρωσός, Παισός, Ερεσός Λέσβου (υπάρχει μέχρι σήμερα, προσέτι δε, τούτο φαίνεται θέλει να μας υπομιμνήσκει και η οδική ονοματοδοσία της συμβολής των οδών Ερεσού και Καλλιπόλεως, εδώ στη Λευκωσία, όπου κατά χρήσιμο και προσφυή συμβολισμό βρίσκεται και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου), Καβασός, Τυμνισός Καρίας, Ταρσός Κιλικίας κλπ, όλες γραμμένες με ένα σίγμα. Κι ακόμη γιατί όχι να μη προσθέσουμε και τον Κυπριακό χωρικό μας αστερισμό: Λυσός, Ακουρσός, Λεμεσός, Καλαβασός, Ταμασός και Άρσος.

Δεν είναι πιστεύουμε άνευ σημασίας και ειδικού βάρους, για τους σκοπούς του ζητήματος που εξετάζουμε, το αξιοσημείωτο γεγονός ότι η Κύπρος, μόνη αυτή, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχει καμμία πόλη ή χωριό που έχει κατάληξη -σος και γράφεται με δύο σίγμα, Όλες γράφονται με ένα σίγμα. Ο Κύπριος έχει ήδη, ως γνωστόν, την κάπως βαρειά και «ντόμπρα» θα λέγαμε προφορά του και δεν του είναι καθόλου δύσκολο όταν θέλει ένα έντονο τόνο στο –σ , να το γράψει διπλό και να το προφέρει διπλό, κι όταν θέλει ένα κανονικό τόνο του σίγμα, να γράψει ένα σίγμα και να προφέρει ένα σίγμα. Οι τύποι των ημίφωνων συμφώνων φαίνεται δεν του είναι οικείοι κι ίσως να μην ταιριάζουν και με τον απλό και ευθύ του χαρακτήρα. Φαίνεται πως στον Κύπριο δεν του «πάει» να βλέπει γραμμένα δύο σίγμα και να τα προφέρει σαν ένα, ούτε βέβαια και κάποτε σαν βλέπει ένα σίγμα να το διαβάζει ζήτα.

Αυτή, λοιπόν, η προσφορά της σφαιρικής γνώσης καταρρίπτει πιστεύουμε αναμφίβολα τον ισχυριζόμενο κανόνα και ακυρώνει ταυτόχρονα το προβαλλόμενο επιχείρημα. Αν η μισή αλήθεια δεν ειναι ψέμα, σίγουρα δεν συμβάλλει σε ορθοτομούμενο λόγο αληθείας! Κι ούτε προφανώς τα πλασματικά θεωρήματα καλλιεργούν ορθά την εθνική αυτογνωσία!

Διάφορα ανάλεκτα και ζώσα πραγματικότητα
Παραθέτουμε στη συνέχεια διάφορα θέματα ανάλεκτα και μή, καθώς και γεγονότα από τη ζώσα πραγματικότητα, χωρίς προσπάθεια μεθοδολογικής τους ταξινόμησης, και που στηρίζουν πιστεύουμε με επάρκεια και σαφήνεια τη γραφή της Ταμασού με ένα σίγμα, σαν θέσης που είναι πλήρως συμβατή με τη μακραίωνη ιστορία και την παράδοση του τόπου και της χριστιανικής μας Εκκλησίας.

Σύγχρονοι συγγραφείς
- Σύγχρονοι συγγραφείς που έγραψαν εργασίες τους με αναφορά στην Ταμασό με δύο σίγμα είχαν άμεσα την πνευματική γενναιότητα να μη αρνηθούν να εξετάσουν το θέμα και να αποδεχθούν ευθέως και χωρίς περιστροφές τη γραφή της με ένα σίγμα ως ιστορικής γραφής, και συνάδουσας με τις υπάρχουσες πηγές. Σε πρόσφατη επικοινωνία μας με τους συγγραφείς, βιβλίου η πρώτη και μελέτης ο δεύτερος, την κα Μαίρη Πύργου και τον Δρα Σοφοκλή Χατζησάββα, που έγραψαν εντελώς καλόπιστα, χωρίς να ενδιατρίψουν ιδιαίτερα ή να εστιάσουν την προσοχή τους στο εξειδικευμένο αυτό θέμα, μετά τη σύντομη συνομιλία μας και με τις πρώτες εξηγήσεις και την επακολουθήσασα ανταλλαγή απόψεων, συμφώνησαν απερίφραστα και ρητά μαζί μας για τη γραφή του ονόματος με ένα σίγμα. Με τον κ. Χατζησάββα συμφωνήσαμε καθ’ όσον αφορά στις υπάρχουσες πηγές, ενώ η κα Πύργου μας εγνώρισε ότι έχει ήδη γράψει άλλο βιβλίο, το οποίο θα εκδοθεί προσεχώς, και στο οποίο γράφει την Ταμασό με ένα σίγμα, όπως το είχε κάνει πριν από την επικοινωνία μας μαζί της.

- Θα μας δώσει ιδιαίτερη ευχαρίστηση η επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων με άλλους καλόπιστους συγγραφείς και επιστήμονες, οι οποίοι θα ήθελαν να διαλεχθούν μαζί μας πάνω στο ίδιο θέμα.

Η Ταμασός και το όνομα της ανά τον κόσμο
Στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Ιταλία, εδώ στην περιοχή μας, μα και σε άλλες χώρες του κόσμου, πιό μακρυά, όπως θα δούμε σε συντομία παρακάτω, η Ταμασός μαζί με όλες τις τοπικές της εκδοχές γράφεται παντού με ένα σίγμα.

- Στην Ελλάδα υπάρχει Δήμος με το όνομα Ταμάσιος. (Με ένα σίγμα). Συνεστήθη τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο του σχεδίου Καποδίστριας και βρίσκεται 15 περίπου χιλιόμετρα, όπως υπολογίζουμε από τον χάρτη, βορειοδυτικά της πόλεως της Καρδίτσας. Προσπαθούμε κατ’ αυτάς να επικοινωνήσουμε μαζί τους, το δε Κοινοτικό Συμβούλιο Πολιτικού, εκ των πρώτων κοινοτήτων της Ταμασού, που είχε ήδη πληροφορηθεί για τον ομώνυμο αυτό νέο Δήμο, εξέφρασε την επιθυμία να διδυμοποιηθεί μαζί του.

- Στη σημερινή Ιταλία γνωρίζουμε τη διοργάνωση του ετήσιου Φεστιβάλ, το Tamasofest, φορκλορικές γιορτές όπως τα δικά μας «Ταμάσεια», την περιοχή του Campotamaso (μας θυμίζει τον γνωστό και ονομαζόμενο και σήμερα «Κάμπο» στα δυτικά του Πολιτικού) και την εφημερίδα του Tamasogroup, Tamasonews. Όλα και παντού γραμμένα με ένα σίγμα.

- Στην Ινδία είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια η πόλη Τάμασι, που βρίσκεται κοντά στον Γάγγη ποταμό. Στην Τάμασι της Ινδίας, όπως και στην Ταμασό της Κύπρου κάνει αναφορά και ο γεωγράφος του 2ου αιώνα Πτολεμαίος.

- Στη Μικρά Ασία η Ταμασιτάβα, παλιά μικρή πόλη της Μυσίας, είναι γνωστή από την αρχαιότητα.

- Στην Ιαπωνία υπάρχει το γνωστό Tamaso Shrine, κοντά στην Koruban που επισκέπτονται κάθε χρόνο πολλοί περιηγητές, και που αποτελεί βωμό – ναό, με αναθηματικούς λίθους και με επιγραφές σ’ αυτούς, τα Haiku ή Kuhi Stones, όπως ειδικώτερα αποκαλούνται. Βλέποντας τα στον ανοικτό χώρο ο επισκέπτης δεν μπορεί παρά να θυμηθεί αρχαίους δικούς μας, στην Ταμασό, λατρευτικούς χώρους των ελληνικών θεοτήτων.

- Στη μικρή νέα χώρα του Vanuatu συναντά κανείς την Tamaso Aliat Wi Tours.

- Στο Μεξικό, πώς μπορεί ο Κύπριος επισκέπτης να μη παραλληλίσει την πόλη Tamasopo (Ταμάσου τόπος ; ), τον ποταμό - Rio Tamasopo και το Tamasopo camp, με την ομώνυμη σχεδόν ή ομόρριζη Ταμασό της Κύπρου ή σαν κατευθύνεται νοτιώτερα και διαβαίνει από τα παλαιά καταργημένα μεταλλεία της Pozos, τα ερειπωμένα κτίρια και την οπή του ορύγματος του ορυχείου, πως να μη τα συνδυάζει με αναπόδραστη αναδρομή στο παρελθόν και να φέρνει νοσταλγικά μπροστά του, και να ζεί σαν σε φανταστικό όραμα τους αντίστοιχους χώρους των παλαιών ορυχείων της δικής του Ταμασού ; Κι ακόμη πως να μη ξαναζήσει ένα ανάλογο όνειρο σαν θα περνά από τη μικρή Tamazula σε μια άλλη περιοχή του Μεξικού ;

- Στην Ινδία και πάλι, απαντάται η λέξη Tamaso ή Tamaseo σε Ινδουϊστική σανσκριτική θρησκευτική ποίηση – μάντρα. Η πλήρης φράση «...Τamaso ma jyotir gamaya...», πολυσχολιασμένη με πολλές μελέτες και άρθρα σε πολλές χώρες, και η οποία ερμηνεύεται ως «..εκ της σκοτίας εις το φώς, οδήγησε με Κύριε...», και αλληγορικώς εκ της αγνωσίας εις το φώς της γνώσεως, αποδιδομένου του νοήματος αυτού πιθανώς με αντιπαραβολή εκ του σκούρου (έχουμε γι αυτό κι εμείς εδώ στην Κύπρο το μεταλλείο της Σκουριώτισσας), σκοτεινού χρώματος του μεταλλεύματος του χαλκού. Πόσο σε βάθος και πληρότητα, αλήθεια, γνωρίζουμε τον αρχαίο κόσμο εκείθεν ή εντεύθεν ή στο μεταίχμιο της προϊστορίας και ιστορίας, ώστε να αποτολμούμε την απόρριψη με ευκολία βάσιμων παραλληλισμών και ανάλογης ερμηνείας ; Κι η δική μας Ταμασός της Κύπρου ανήκει και στους δύο κόσμους, ως τα σήμερα.

Φερώνυμοι της πόλης (φυσικά και νομικά πρόσωπα)
- Η σημερινή ζώσα πραγματικότητα αντικατοπτρίζει τα βιώματα και το κοινό αίσθημα των αυτόχθονων κατοίκων της Ταμασού και ιδιαίτερα των κατοίκων της κοινότητος Πολιτικού, στην οποία η ειδωλολατρική αρχαιότητα (Τάφοι των Βασιλέων και βωμοί αρχαίων θεών), σμίγει αρμονικά με τα νεώτερα χρόνια (Επίσκοποι Άγιοι και Μοναστήρια της Ταμασού).

Ως ιδιοσυστασία του προσώπου το όνομα κάθε ατόμου αποτελεί συμφυές στοιχείο της φυσικής του ταυτότητος, ιερό και νομικά αναγνωρισμένο και προστατευμένο από κάθε προσβολή. Κι η τοπωνυμική του ρίζα, οσάκις απαντάται, συνιστά πιστεύουμε αμάχητο τεκμήριο και ζώσα απόδειξη του ακατάλυτου βιωματικού δεσμού και της χωροχρονικής σύνδεσης του προσώπου και των οικείων του με τη γενέθλια γή.

Ζωντανές αποδείξεις της ιστορικής συνέχειας, αρκετοί φερώνυμοι της πόλης φυσικά πρόσωπα, όπως από το Πολιτικό, ο μ. Νικόλας Α. Ταμάσιος, ο Νίκος Γ. Ταμασός, ο υπογράφων, ο Ανδρέας και ο Χριστόδουλος Ταμάσιος και τα παιδιά τους Στέλιος, Στέλιος – Ηρακλείδιος, Μανώλης και Σάββας Ταμάσιος, και ακόμη ο Δημήτρης Ταμάσιος, Πέτρος και Βαλεντίνος Ταμάσιος, ο Νίκος Γ. Ταμάσιος, και απο τα Πέρα - Ορεινής ο δάσκαλος μ. Ταμασιώτης και από τα Καμπιά ο μ. Α. Ταμασοκλής. (Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Αριστοτέλης Κ. Ταμασοκλής, Δρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, έζησε για χρόνια στην Αθήνα, συνέγραψε δε και το «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α΄, Αθήνα 1966», πέραν από μια σειρά μεταφράσεων αρκετών ξένων λογοτεχνικών έργων στη νεοελληνική γλώσσα της περιόδου από το 1880 έως το 1930). Σχετικά, υπάρχει μια μόνο εξαίρεση στην οποία δεν θεωρούμε σωστό να αναφερθούμε.

Αλλά, και στα νομικά πρόσωπα, εταιρείες και συνεταιρισμούς, που φέρουν το όνομα της Ταμασού, απαντάται η ίδια ιστορική συνέχεια της γραφής με ένα σίγμα, όπως οι Εκδόσεις Ταμασός, με μια μακρά σειρά επιτυχημένων και γνωστών εκδόσεων τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό, η Tamasos Tours, μεγάλο ταξιδιωτικό γραφείο με δραστηριότητα στην Κύπρο και στο εξωτερικό, o Αθλητικός Σύλλογος Ταμασός, η Tamasos Tobacco Suppliers and Co., η Tamasos Buses Co. Ltd ή Εταιρεία Λεωφορείων Ταμασός Λτδ, το Ταμασιάνα κέντρο δεξιώσεων, Ταμασός φάρμα ορτυκιών, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ταμασός, ο εν τω γίγνεσθαι Οργανισμός Ανάπτυξης Ταμασού, και ασφαλώς αυτή που προσδοκούμε και θα συνεχίζει την πολυαίωνη παράδοση μας, η νέα Επισκοπή ή Μητρόπολη Ταμασού.

- Απόδοση «χαράγματος ψυχής» κι αποτύπωση μακρών προσωπικών βιωμάτων η γραφή με ένα σίγμα, κι όχι αποτέλεσμα προσυνεννόησης τόσων πολλών ανθρώπων από και σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, (από τα τέλη του 19ου, αρχές, μέσα και τέλη του 20ου και αρχές τώρα του 21ου αιώνα, ικανή περίοδο καθ’ ήν η γνώση μας προσωπικά καλύπτει), είναι αυτό που συμβαίνει, πιστεύουμε, σ’ όλες τις πιό πάνω περιπτώσεις, και που τόσο ανάγλυφα τεκμηριώνουν, σε συνέργεια κι αυτές με τ’ άλλα δεδομένα, τη διαχρονικότητα γραφής της Ταμασού με ένα σίγμα.

Συγχρονη δράση, απόψεις και ενέργειες
- Ως νέος ιερός υμνωδός, επάξιος μιμητής των αρχαίων εκκλησιαστικών υμνωδών των Αγίων Επισκόπων της Ταμασού, ο αυτόχθονας και του «Ταμασίου δήμου» πολίτης, ευλαβέστατος κ. Ξενοφών Λαζάρου, παλαιός ανώτερος δημόσιος λειτουργός, από τους στυλοβάτες της δημόσιας υπηρεσίας, επιστήμων και λόγιος, συγγραφέας και της ψαλτικής ιεροφάντης, της βυζαντινής μουσικής άριστος κάτοχος και των τοπικών παραδόσεων οικονόμος και φύλακας, (ναί, είναι όλα αυτά και συνάμα ταπεινός συμπολίτης), αποδεικνύεται και πάλιν με τη σύνθεση εδώ και μερικά χρόνια ενός θεσπέσιου απολυτικίου του Αγίου Μνάσωνα, ενός των πρώτων Επισκόπων της Ταμασού. Γνήσιο και συνειδητό τέκνο της αρχαίας γενέτειρας του εμπνέεται και από αυτήν και αποκαλεί τον τιμώμενο Άγιο «...Κυπρίων αγλάϊσμα, των Ταμασέων Ιεράρχης, Μνάσων πατήρ ημών,...». Το απολυτίκιο περιέχεται στη νέα σειρά Μηναίων (Οκτώβριος, 19η ημέρα), έκδοση που επιμελήθηκε ο γνωστός θεολόγος και καθηγητής κ. Θεοχάρης Σχίζας.

- Μια εκτενέστερη αναφορά και ιδιαίτερη μελέτη στις παλαιές και νεώτερες Ακολουθίες των τριών Αγίων της Ταμασού, Αγίων Ηρακλειδίου, Θεοδώρου και Μνάσωνος, καθώς και στα παλαιά και νέα Μηναία (εξαιρετική εργασία του παλαιού καθηγητή μας κ. Θ. Σχίζα, ο οποίος κατέχει άριστα πιστεύουμε την εκκλησιαστική πτυχή της Ταμασού), αποτελεί στον κατάλληλο χρόνο εργασία επιβαλλόμενη και πολύπλευρα ψυχωφελή. Επισκοπώντας εν τάχει την πνευματική αυτή παρακαταθήκη δύο χιλιάδων χρόνων μέχρι σήμερα, και αντλώντας από τον πνευματικό της πλούτο, αναλογιζόμαστε πως : δεν θάναι αλήθεια φοβερά συγκρουσιακό και δεν θάναι βάρος στη συνείδηση του νέου Μητροπολίτη, άν θα είναι «Ταμασσού», να ψάλλει στις πανηγύρεις των τριών Αγίων μας τα τροπάρια και τους άλλους εξαίσιους ύμνους, αληθινούς πνευματικούς θησαυρούς, που βρίθουν αναφορών στο όνομα της πόλης, «της Ταμάσου το κλέος...», «Ταμάσιος δήμος...», «Ταμασέων η δόξα...» κ.ο.κ. ; Ή θα πρέπει να κάνουμε ανιστόρητο γλωσσικό λίφτιγκ και στην πανάρχαια υμνογραφία μας, που διεφυλάχθη και έφθασε ως εμάς στις μέρες μας με αντιγραφές τόσων παλαιών χειρογράφων ;

- Η διοικητική αρχή του Πολιτικού, ένθα παλαιά οι πολιτικές αρχές της Ταμασού – εξ ου και εκεί οι Τάφοι των Βασιλέων και τα μοναστήρια των Αγίων της Ταμασού -, απασχολήθηκε με το θέμα αυτές τις μέρες, ανασκόπησε τις πηγές και τα δικά της βοηθήματα, και κατέληξε πως δεν συντρέχει κανένας λόγος για διπλοσιγματική αλλαγή και ότι πρέπει να συνεχίσει η γραφή της αρχαίας Ταμασού, ως και πρότερον με ένα σίγμα. Από τον Πρόεδρο της Κοινότητος κ. Ανδρέα Βοσκαρή, ένα νέο, δραστήριο και πεπαιδευμένο άνθρωπο, πληροφορηθήκαμε ότι ο ίδιος, εκκλησιαστικοί και άλλοι παράγοντες της κοινότητος, όλοι επιθυμούν όπως και η υπό επανασύσταση νέα Επισκοπή Ταμασού συνεχίσει να γράφεται με ένα σίγμα, σύμφωνα με την αρχαία γραφή.

- Εμείς προσθέτουμε απλά ότι έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην αρμόδια νέα Εκκλησιαστική Αρχή της Κύπρου και πεποίθαμεν ότι θα αποφασίσει και στην περίπτωση αυτή ό,τι επιβάλλεται από τον υψηλό ρόλο της τού ανύστακτου θεματοφύλακα της πίστεως και της μακράς παράδοσης της καθόλου και ιδιαίτερα της Κυπριακής Εκκλησίας.

- Με πολλή πνευματική χαρά και ψυχική ικανοποίηση πληροφορηθήκαμε επίσης και την εκφρασθείσα θέση εν λόγοις και έργοις του σεβαστού μας Αρχιμανδρίτη Ησαία Κυκκώτη, που διαθέτει λόγο και ρόλο, και που τάχθηκε ανεπιφύλακτα, μετά από επισταμένη μελέτη, υπέρ της συνέχισης της ιστορικής και εκκλησιαστικής παράδοσης στη γραφή της Ταμασού με ένα σίγμα. Τη θεία προτροπή και παρακλήσει του ευσεβούς κληρικού, ο Υμνογράφος της Εκκλησίας κ. Χαράλαμπος Μπούσιας συνέγραψε μόλις πρόσφατα Απολυτίκιο, Μεγαλυνάριο και Στίχο για όλους τους διαλάμψαντες Αγίους της Ταμασού, τρία πραγματικά μουσικότατα και εμπνευσμένα ποιήματα – ύμνους δοξολογικούς προς την των «Ταμασέων Αγίων σεπτήν ομήγυριν... ημών φρουρούς και αντιλήπτορας». Δεν μπορούμε να μη παραθέσουμε εδώ και το μικρό άνθος της ποιητικής χάριτος, πλήρους και ζωηφόρου πνευματικής ευωδίας, τον Στίχο : «Ταμασού Άγιοι, ευσεβών Αυτής πλήθος υμών αγιάζετε επιστασία».

Επιλογικά
Η ερευνητική αυτή και εξειδικευμένη μελέτη δεν διισχυρίζεται ότι θα ήτο δυνατόν να εξαντλήσει το αντικείμενο της μέσα στο ελάχιστο χρονικό περιθώριο των μερικών ημερών που διέθετε για τη διεξαγωγή της, την εκτεταμένη διερεύνηση, την εξεύρεση και αξιολόγηση του υλικού και την κατάληξη στα κατάλληλα πορίσματα, κι ούτε εξ άλλου ήταν εδώ εφικτό να περιληφθεί όλος ο μεγάλος όγκος των κειμένων και των άλλων μαρτυριών που διεξήλθαμε. Ευκταίο θα είναι, αν καταστεί δυνατή, εν ευθέτω χρόνω μια ευρύτερη μελέτη και έρευνα που θα θεμελιώνει με μεγαλύτερη πληρότητα και εκτενέστερη αναφορά στις πηγές την ιστορική γραφή.

Με το πέρας της παρούσας εργασίας, εξετάζοντας με πολλή προσοχή όλες τις πηγές και συνεκτιμώντας όλα τα προσφερόμενα ιστορικά τεκμήρια και αποδείξεις, καταλήγουμε αβίαστα και διαμορφώνουμε τη βάσιμη πεποίθηση και θέση, ότι :

(Α) Από το συγκεντρωθέν υλικό, και ιδιαίτερα αυτό που πέραν των ιστορικών, καταφαίνεται από την καθόλα αξιόπιστη μαρτυρία της Εκκλησίας ως επίσημου και αναγνωρισμένου θεσμού, όπως εξετέθη ανωτέρω, επιμαρτυρείται και τεκμηριώνεται επαρκώς και με αδιαμφισβήτητο τρόπο, η διαχρονικότητα της ιστορικής γραφής της Ταμασού με ένα σίγμα, αντανακλώντας μια παράδοση 30 περίπου αιώνων πολιτικής και θρησκευτικής ζωής στην Κύπρο και σε άλλες χώρες, που είχαν έλθει σε επαφή και είχαν αναπτύξει σχέσεις μαζί της ή συγχρωτίσθηκαν με τους κατοίκους της. Περαιτέρω, και ως :

(Β) Όπου απαντάται στα ελληνικά η γραφή με δύο σίγμα, έστω μεμονωμένα και σποραδικά, τούτο αποτελεί άστοχη μεταφορά – γλωσσικό αντιδάνειο χωρίς επαναφορά στο πρωτότυπο – ξενόγλωσσης και κατά τα άλλα αχρείαστης μεταγλώττισης του ονόματος της πόλης σε δύο σίγμα – που γι’ αυτούς τους ξένους δεν πρέπει να λησμονείται ότι ισοδυναμεί ουσιαστικά με ένα σίγμα -, άλλως οφείλεται σε παραφθορά ή αλλοίωση, ηθελημένη ή αθέλητη, της αείποτε γραφής με ένα σίγμα.

Αν επρόκειτο να αποτελούσε το θέμα αντικείμενο δικανικής κρίσεως, δεν θα εδιστάζαμε, μετά από ενδελεχή ανάλυση, αξιολόγηση και προσεκτική εκτίμηση του υπάρχοντος πραγματικού υλικού, και κατάλληλη προειδοποίηση του εαυτού μας για οποιαδήποτε ενδεχόμενη προκατάληψη, να επαναλαμβάναμε ότι, καταλήγουμε συμπερασματικά και «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» στην ίδια ως άνω υπό (Α) και (Β) ετυμηγορία.

-- Περαιώνοντας συνοπτικά τη μικρή αυτή μελέτη και πνευματική εργασία, εκπλήρωση χρέους και συνάμα κατάθεση ψυχής, θέλουμε να ευχηθούμε όπως : Είησαν ο Θεός και οι Άγιοι μας της Ταμασού πάντων ημών βοηθοί και εμπνευσταί των σκέψεων, των λόγων και των έργων μας !

Έγραφον τη Κυριακή των Βαϊων, μηνί Απριλίω και ημέρα πρώτη, του σωτηριώδους έτους 2007.





Στυλιανός Χρ. Ταμάσιος,
εκ Πολιτικού – Ταμασού.